Την πλήρη και κατηγορηματική απόρριψη του τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019 επαναλαμβάνει η Ελλάδα με επίσημη επιστολή της προς τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, υποστηρίζοντας ότι η πρόσφατη φερόμενη επικύρωσή του από τη λιβυκή Βουλή των Αντιπροσώπων δεν μπορεί να του προσδώσει οποιαδήποτε νομική ισχύ ούτε να μεταβάλει τον παράνομο χαρακτήρα του.
Η επιστολή, με ημερομηνία 22 Οκτωβρίου 2026, υπογράφεται από τη Μόνιμη Αντιπρόσωπο της Ελλάδας στον ΟΗΕ, πρέσβη Αγλαΐα Μπαλτά, κατόπιν οδηγιών της ελληνικής κυβέρνησης. Το κείμενο κυκλοφόρησε ως επίσημο έγγραφο της 81ης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, με αριθμό A/81/455 και ημερομηνία διανομής την 23η Οκτωβρίου.
«Δεν υπάρχει κοινό θαλάσσιο όριο»
Στην επιστολή της, η Αθήνα επαναλαμβάνει ότι το «Μνημόνιο Οριοθέτησης Θαλάσσιων Περιοχών Δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο», που υπεγράφη στις 27 Νοεμβρίου 2019 μεταξύ της Τουρκίας και της τότε Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης, δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμη βάση για θαλάσσια οριοθέτηση.
Όπως επισημαίνει, Τουρκία και Λιβύη δεν διαθέτουν παρακείμενες ή αντικείμενες ακτές και, ως εκ τούτου, δεν έχουν κοινά θαλάσσια όρια.
Παράλληλα, η ελληνική πλευρά υπογραμμίζει ότι το μνημόνιο αγνοεί την ύπαρξη ελληνικών νησιών, μεταξύ των οποίων η Κρήτη και τα Δωδεκάνησα, καθώς και τα δικαιώματά τους σε θαλάσσιες ζώνες πέραν της αιγιαλίτιδας ζώνης.
Η Αθήνα χαρακτηρίζει τη θαλάσσια οριοθέτηση που προκύπτει από το μνημόνιο ως «κατάφωρη αναδιαμόρφωση της γεωγραφίας», υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και την καθιερωμένη πρακτική των θαλάσσιων οριοθετήσεων.
«Άκυρο και ανίσχυρο» το μνημόνιο
Ιδιαίτερα σαφής είναι η ελληνική θέση ως προς τη φερόμενη επικύρωση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή.
Η Ελλάδα απορρίπτει το μνημόνιο στο σύνολό του και δηλώνει ότι το ίδιο ισχύει για κάθε πράξη που φέρεται να έχει υιοθετηθεί κατ’ εφαρμογή του, συμπεριλαμβανομένου του νομοσχεδίου επικύρωσής του.
Αντίστοιχα, η Αθήνα απορρίπτει κάθε ενέργεια που βασίζεται στις συντεταγμένες οι οποίες περιλαμβάνονται στο μνημόνιο του 2019, υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες πράξεις δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα.
Στο στόχαστρο και η συμφωνία για τους υδρογονάνθρακες
Η ελληνική επιστολή επεκτείνεται και στο μεταγενέστερο μνημόνιο συνεργασίας στον τομέα των υδρογονανθράκων, το οποίο υπεγράφη στις 3 Οκτωβρίου 2022 μεταξύ της Τουρκίας και της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας της Λιβύης.
Η Αθήνα επαναλαμβάνει την αντίθεσή της στη συγκεκριμένη συμφωνία και διατυπώνει εκ νέου την έντονη διαμαρτυρία της, στον βαθμό που αυτή αποσκοπεί στην εφαρμογή του τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019 ή βασίζεται στην επίμαχη θαλάσσια οριοθέτηση.
Το μήνυμα της Ελλάδας είναι σαφές: οποιαδήποτε ενέργεια στο πλαίσιο της φερόμενης εφαρμογής του μνημονίου του 2022, εφόσον παραβιάζει ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα ή τη δικαιοδοσία της χώρας, συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Η Αθήνα, παράλληλα, δηλώνει ότι επιφυλάσσεται όλων των δικαιωμάτων της απέναντι σε τέτοιες ενέργειες.
Αμφισβήτηση και των λιβυκών διεκδικήσεων
Στην επιστολή προς τον ΟΗΕ, η Ελλάδα δεν περιορίζεται στην απόρριψη του τουρκολιβυκού μνημονίου, αλλά θέτει επί τάπητος και τις ίδιες τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της Λιβύης στη Μεσόγειο.
Υπογραμμίζεται ότι η φερόμενη επικύρωση του μνημονίου του 2019 δεν επηρεάζει κανένα από τα δικαιώματα που αναγνωρίζει στην Ελλάδα το διεθνές δίκαιο και δεν μεταβάλλει τις ελληνικές θέσεις έναντι των λιβυκών διεκδικήσεων θαλάσσιων ζωνών.
Παρά τον αυστηρό τόνο των νομικών και διπλωματικών επισημάνσεων, η Αθήνα κλείνει την επιστολή επαναβεβαιώνοντας τη δέσμευσή της για ειρηνική επίλυση των ζητημάτων θαλάσσιας οριοθέτησης.
Η Ελλάδα δηλώνει ότι παραμένει προσηλωμένη στην επίλυση των διαφορών με τις γειτονικές χώρες στη Μεσόγειο «με ειρηνικά μέσα, καλή τη πίστει και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο της θάλασσας».
Με την επιστολή της στον ΟΗΕ, η Αθήνα επιχειρεί να καταγράψει εκ νέου με σαφήνεια τη νομική της θέση: το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 δεν αναγνωρίζεται από την Ελλάδα, η φερόμενη επικύρωσή του δεν μεταβάλλει τη θέση αυτή και οποιαδήποτε ενέργεια βασίζεται σε αυτό δεν μπορεί, κατά την ελληνική πλευρά, να παράγει έννομα αποτελέσματα.




