Written by • 8:15 μμ• Ελλάδα, Ροή ειδήσεων

«Καμπανάκι» για το δημογραφικό: Πόσο μειώθηκαν οι γεννήσεις το 2026

Τι δείχνει η έρευνα

Ανησυχητική είναι η πορεία του δημογραφικού προβλήματος στην Ελλάδα, καθώς οι γεννήσεις καταγράφουν σταθερή πτώση εδώ και δεκαετίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία έρευνας του καθηγητή Δημογραφίας Βύρωνα Κοτζαμάνη, ο αριθμός τους αναμένεται να περιοριστεί στις 65.000 το 2026, αποτυπώνοντας τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση του πληθυσμού.

Όπως επισημαίνει ο καθηγητής, κατά τη μεταπολεμική περίοδο και συγκεκριμένα από το 1951 έως το 1980, οι ετήσιες γεννήσεις στην Ελλάδα κυμαίνονταν κατά μέσο όρο κοντά στις 150.000. Ωστόσο, στη συνέχεια άρχισε μια σταδιακή υποχώρηση, με αποτέλεσμα τη δεκαετία του 1990 να περιοριστούν στις 100.000 περίπου.

Ακολούθησε μια μικρή ανάκαμψη κατά τη δεκαετία του 2000, χωρίς όμως να ανακοπεί η μακροχρόνια πτωτική πορεία, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η μεγάλη μείωση των γεννήσεων σε βάθος δεκαετιών

Ο Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), επισημαίνει ότι η υποχώρηση των γεννήσεων είχε ξεκινήσει ήδη πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ενδεικτικά, την περίοδο 1932-1940 καταγράφονταν κατά μέσο όρο περίπου 118.500 γεννήσεις ετησίως, παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της χώρας ήταν σημαντικά μικρότερος. Αντίθετα, κατά την περίοδο 1955-1964 ο μέσος ετήσιος αριθμός έφτασε τις 154.000.

Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν συγκριθούν οι τελευταίες δεκαετίες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του καθηγητή, οι γεννήσεις την περίοδο 2021-2030 δεν αναμένεται να ξεπεράσουν τις 700.000, έναντι 920.000 την προηγούμενη δεκαετία (2011-2020), καταγράφοντας μείωση περίπου 25%.

Σε μακροχρόνια βάση, η συρρίκνωση των γεννήσεων συνδέεται με τη μείωση του αριθμού των παιδιών που αποκτούν οι διαδοχικές γενεές.

Οι αλλαγές στην οικογένεια και τα νέα δεδομένα στις ανεπτυγμένες χώρες

Το φαινόμενο της χαμηλής γεννητικότητας δεν περιορίζεται στην Ελλάδα, αλλά αφορά συνολικά τις ανεπτυγμένες χώρες.

Όπως εξηγεί ο κ. Κοτζαμάνης, στις χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης η μείωση της γονιμότητας είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Ωστόσο, στις γυναίκες που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου καταγράφηκε προσωρινή αντιστροφή της τάσης, καθώς απέκτησαν περισσότερα παιδιά σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με το γνωστό baby boom.

Η μεταβολή των αναπαραγωγικών συμπεριφορών στις μεταπολεμικές γενιές συνοδεύτηκε από σημαντικές αλλαγές στον θεσμό του γάμου, στη μητρότητα, στη σεξουαλικότητα και στον τρόπο ανατροφής και κοινωνικοποίησης των παιδιών.

Παράλληλα, τα ζευγάρια άρχισαν να υιοθετούν διαφορετικές στρατηγικές για την προσωπική και επαγγελματική τους εξέλιξη, διαμορφώνοντας ένα νέο μοντέλο οικογένειας, αρκετά διαφορετικό από εκείνα των προηγούμενων δεκαετιών.

Γιατί η Ελλάδα παρουσιάζει μεγαλύτερη απόκλιση

Σύμφωνα με τον καθηγητή, υπάρχουν δύο βασικά στοιχεία που διαφοροποιούν την Ελλάδα από αρκετές χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης.

Το πρώτο αφορά τη διαχρονική εξέλιξη της γονιμότητας. Στην Ελλάδα η μείωση του αριθμού των παιδιών ανά γυναίκα ξεκίνησε αργότερα, μετά τα τέλη του 19ου αιώνα, και συνεχίστηκε χωρίς ουσιαστική αντιστροφή.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι γυναίκες που γεννήθηκαν το 1985 αποκτούν λιγότερα από 1,5 παιδιά κατά μέσο όρο, ενώ εκείνες που γεννήθηκαν το 1930 είχαν σχεδόν 2,3 παιδιά.

Το δεύτερο στοιχείο αφορά την απόσταση ανάμεσα στον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν να αποκτήσουν τα ζευγάρια και σε εκείνον που τελικά αποκτούν. Η απόκλιση είναι επίσης σημαντική σε σχέση με το επίπεδο των 2,07 παιδιών ανά γυναίκα, που απαιτείται για την αναπλήρωση των γενεών.

Αντίθετα, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν αναπτύξει εδώ και χρόνια πολιτικές που διευκολύνουν τη δημιουργία οικογένειας. Μεταξύ άλλων, έχουν περιορίσει τις έμφυλες ανισότητες, έχουν βελτιώσει τη δυνατότητα συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής και διαθέτουν πιο διευρυμένα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας.

Έτσι, στις συγκεκριμένες χώρες οι μεταπολεμικές γενιές απέκτησαν κατά μέσο όρο από 1,8 έως 2 παιδιά, επίπεδα που βρίσκονται πιο κοντά τόσο στις επιθυμίες τους όσο και στο όριο αναπλήρωσης του πληθυσμού.

Λιγότερες από 1,4 εκατομμύρια γεννήσεις την επόμενη εικοσαετία

Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι και οι εκτιμήσεις για τις επόμενες δεκαετίες.

Όπως αναφέρει ο Βύρων Κοτζαμάνης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, παρότι αναμένεται να επιβραδυνθεί η μείωση του αριθμού των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών, καθώς και ο ρυθμός αύξησης της ήδη υψηλής μέσης ηλικίας τεκνοποίησης, οι γεννήσεις θα συνεχίσουν να υποχωρούν.

Ειδικότερα, την περίοδο 2027-2046 εκτιμάται ότι θα καταγραφούν λιγότερες από 1,4 εκατομμύρια γεννήσεις, εφόσον δεν υπάρξει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο. Το αντίστοιχο μέγεθος για την προηγούμενη εικοσαετία, από το 2007 έως το 2026, ανέρχεται σε περίπου 1,8 εκατομμύρια.

Η εικόνα αναμένεται να είναι ακόμη δυσμενέστερη την επόμενη εικοσαετία, καθώς θα φτάσουν σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας οι γενιές που γεννήθηκαν από το 2009 έως το 2026.

Πρόκειται για γενιές που έχουν ήδη καταγραφεί σημαντικά λιγότερες γεννήσεις, καθώς στο συγκεκριμένο διάστημα ο αριθμός τους μειώθηκε κατά 45%.

Οι εκτιμήσεις αυτές αναδεικνύουν τη μακροχρόνια διάσταση του δημογραφικού προβλήματος, καθώς η μείωση των γεννήσεων σήμερα επηρεάζει άμεσα και τον αριθμό των ανθρώπων που θα βρίσκονται σε ηλικία τεκνοποίησης τις επόμενες δεκαετίες.

Visited 2 times, 2 visit(s) today
Tags: , Last modified: 2 Νοεμβρίου, 2026
Close Search Window
↑
Close